Μετά τον κοροναϊό και τη γρίπη των χοίρων εμφανίστηκε και πανούκλα στην Κίνα

Οι αρχές στο κινεζικό τμήμα της μογγολικής ενδοχώρας βρίσκονται σε υψηλή εγρήγορση μετά την εμφάνισης ύποπτου κρούσματος βουβωνικής πανώλης, της ασθένειας που προκάλεσε την πανδημία του Μαύρου Θανάτου.

Το κρούσμα, που εντοπίστηκε την Κυριακή, βρίσκεται στην πόλη Μπαναγιούρ, στα βορειοδυτικά του Πεκίνου, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Ένα νοσοκομείο ενημέρωσε τις δημοτικές αρχές για την κατάσταση του ασθενούς το Σάββατο. Μέχρι την Κυριακή, οι τοπικές αρχές είχαν εκδώσει προειδοποίηση επιπέδου 3 για ενδεχόμενο πανούκλας, δηλαδή τη δεύτερη ηπιότερη σε μια κλίμακα τεσσάρων επιπέδων.

Η προειδοποίηση θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι το τέλος της χρονιάς, σύμφωνα με το Xinhua.

Η πανούκλα, η οποία προκαλείται από βακτήρια που μεταδίδονται μέσω τσιμπημάτων από ψύλλους και από μολυσμένα ζώα, είναι μια από τις πλέον θανατηφόρες βακτηριακές μολύνσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, κόστισε τη ζωή σε 50 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με εκτιμήσεις.

Η βουβωνική πανώλη, που είναι μία από τις τρεις μορφές της πανούκλας, προκαλεί οίδημα και πόνο στους λεμφαδένες, όπως επίσης και πυρετό, ρίγη και βήχα.

Οι υγειονομικές αρχές της Μπαγιανούρ προειδοποιούν τους πολίτες να λάβουν επιπλέον μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο μετάδοσης της ασθένειας από άνθρωπο σε άνθρωπο και να αποφεύγουν το κυνήγι και την κατανάλωση ζώων που θα μπορούσαν να τους μεταφέρουν το μικρόβιο.

Οι αρχές της Μπαγιανούρ προειδοποίησαν το κοινό να αναφέρει τις νεκρές ή άρρωστες μαρμότες που συναντά. Πρόκειται για ένα είδος μεγάλου σκίουρου, το οποίο αποτελεί έδεσμα σε ορισμένες περιοχές της Κίνας και στη γειτονική Μογγολία, και το οποίο έχει συνδεθεί ιστορικά με ξεσπάσματα πανούκλας στην περιοχή.

Η μαρμότα πιστεύεται ότι ευθύνεται για την επιδημία πνευμονικής πανώλης του 1911, η οποία σκότωσε περίπου 63,000 άτομα στη βορειοανατολική Κίνα. Την κυνηγούσαν για τη γούνα της, η οποία είχε γίνει πολύ δημοφιλής διεθνώς. Τα προϊόντα γούνας που είχαν μολυνθεί με τη νόσο πωλούνταν σε ολόκληρη τη χώρα, μεταφέροντάς τη σε χιλιάδες άτομα.

Αν και η επιδημία περιορίστηκε μέσα σε ένα χρόνο, οι λοιμώξεις πανούκλας από μαρμότα συνεχίζονται δεκαετίες αργότερα. Μόλις την περασμένη εβδομάδα εντοπίστηκαν δύο κρούσματα βουβωνικής πανώλης στη Μογγολία, μετά από βρώση μαρμότας από τους φορείς.

Τον περασμένο Μάιο, ένα ζευγάρι έχασε τη ζωή του στη Μογγολία, αφού έφαγαν ωμό το νεφρό μιας μαρμότας, το οποίο αποτελεί τοπικό γιατροσόφι. Δύο ακόμη έπαθαν πνευμονική πανώλη, έναν άλλο τύπο της ασθένειας που χτυπά τους πνεύμονες, δύο μήνες αργότερα, στη μογγολική ενδοχώρα.

Γιατί υπάρχει ακόμη πανούκλα;

Η ανακάλυψη των αντιβιοτικών, τα οποία μπορούν να θεραπεύσουν τις περισσότερες λοιμώξεις αν χορηγηθούν εγκαίρως, έχει συμβάλει στον περιορισμό των εξάρσεων πανούκλας. Έτσι, αποφεύγεται ο τύπος ραγδαίας εξάπλωσής της που βίωσε η Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα.

Ωστόσο, αν και η σύγχρονη ιατρική μπορεί να θεραπεύσει την πανούκλα, δεν έχει καταφέρει και να την εξαλείψει. Τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει δυναμικά, με τον ΠΟΥ να την χαρακτηρίζει ως ασθένεια που επανεμφανίζεται.

Περίπου 1.000 με 2.000 άτομα κολλούν πανούκλα κάθε χρόνο, σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Όμως αυτό το σύνολο κατά πάσα πιθανότητα είναι πολύ μικρότερο από την πραγματική εικόνα, αφού τα κρούσματα υποκαταγράφονται.

Οι τρεις χώρες όπου η ασθένεια είναι ενδημική – δηλαδή υπάρχει πάντα – είναι η Δημοκρατία του Κονγκό, η Μαδαγασκάρη και το Περού.

Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το CDC καταγράφονται έως και μερικές δεκάδες κρούσματα κάθε χρόνο. Το 2015 δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από πανούκλα στο Κολοράντο ενώ την προηγούμενη χρονιά είχαν καταγραφεί οκτώ κρούσματα εντός της πολιτείας.

Μέχρι στιγμής δεν έχει αναπτυχθεί αποτελεσματικό εμβόλιο για την πανούκλα, όμως τα σύγχρονα αντιβιοτικά μπορούν να αποτρέψουν τις επιπλοκές και το θάνατο αν χορηγηθούν εγκαίρως. Αν δεν θεραπευθεί, η βουβωνική πανώλη μπορεί να μετατραπεί σε πνευμονική πανώλη, η οποία προκαλεί καλπάζουσα πνευμονία, καθώς τα βακτήρια εξαπλώνονται στους πνεύμονες.

 

Πηγή: www.cnn.com

Το διαβάσαμε στο: In.gr